Η αγορά εργασίας στη Γερμανία και στην Ελλάδα, η επίδραση των συνδικάτων, συγκριτική ανάλυση ανάμεσα στην παραγωγικότητα και τις αμοιβές εργασίας τη χρονική περίοδο 2000 - 2021

Loading...
Thumbnail Image

Journal Title

Journal ISSN

Volume Title

Publisher

Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Abstract

Τα οικονομικά της εργασίας, κάνουν την παραδοχή ότι οι εργαζόμενοι αναζητούν την καλύτερη δυνατή θέση απασχόλησης και υποθέτουν ότι οι επιχειρήσεις επιδιώκουν την κερδοφορία. Εργαζόμενοι και εργοδότες, έχουν διαφορετικούς αντικειμενικούς σκοπούς. Οι μεν πρώτοι επιδιώκουν να πουλήσουν την εργασία τους στην υψηλότερη τιμή, ενώ οι εργοδότες, επιθυμούν να αγοράσουν εργασία στη χαμηλότερη τιμή. Οι τύποι των οικονομικών ανταλλαγμάτων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, περιορίζονται από ένα σύνολο κρατικών κανόνων, που καθορίζουν τις συναλλαγές στην αγορά εργασίας. Μέσα από το μηχανισμό της προσφοράς και ζήτησης εργασίας προκύπτει και ο προσδιορισμός του εργατικού μισθού. Η προσφορά εργασίας επηρεάζεται από το επίπεδο των μισθών σε άλλες αγορές εργασίας στις οποίες έχουν πρόσβαση οι εργαζόμενοι, το επίπεδο του εισοδήματος που δεν προέρχεται από εργασία, την μεταβολή των προτιμήσεων μεταξύ κατανάλωσης και σχόλης, τα μη μισθολογικά χαρακτηριστικά των θέσεων εργασίας και τον αριθμό των εργαζομένων που προσφέρει εργασία για τις ίδιες θέσεις ειδικευμένης εργασίας. Η ζήτηση εργασίας, πέρα από τις μεταβολές στη ζήτηση για το παραγόμενο προϊόν, τις τιμές των άλλων συντελεστών παραγωγής και τον αριθμό των επιχειρήσεων που ζητούν εργασία, επηρεάζεται κυρίως από μεταβολές στην παραγωγικότητα της εργασίας. Η παραδοσιακή μικροοικονομική θεωρία παραδέχεται τη συσχέτιση μεταξύ μισθών και παραγωγικότητας εργασίας. Τα σωματεία εργαζομένων, έχουν ως κύριο σκοπό, μεταξύ άλλων, τη βελτίωση των χρηματικών αποδοχών των μελών τους. Όταν όμως τα εργατικά σωματεία, αρνούνται να δεχτούν μείωση του μισθού, χάνεται η εξισορροπητική λειτουργία της αγοράς, ο μισθός δε μειώνεται και εμφανίζεται διάσταση ανάμεσα στην προσφερόμενη και ζητούμενη ποσότητα. Επομένως, η ακαμψία των μισθών, αδρανοποιεί τον αυτόματο μηχανισμό εξισορρόπησης της αγοράς εργασίας. Προκειμένου να διερευνήσουμε τη σχέση ανάμεσα στην παραγωγικότητα και τις αμοιβές εργασίας στην Ελλάδα και τη Γερμανία για την περίοδο από το έτος 2000 έως και το έτος 2021, αντλήσαμε στοιχεία μέσα από τον ιστότοπο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ, 2023). Συγκεκριμένα εξήχθησαν οι ακόλουθοι δείκτες :  Η Παραγωγικότητα εργασίας σε ετήσιο ρυθμό αύξησης (%),  Η Αποζημίωση εργασίας ανά ώρα εργασίας σε συνολικό ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης (%) και  το Μοναδιαίο Κόστος εργασίας ανά ώρα εργασίας σε ποσοστό μεταβολής της προηγούμενης περιόδου. Σύμφωνα με τα δεδομένα που αντλήθηκαν αναφορικά με την Ελλάδα, παρατηρούμε έντονη απόκλιση μεταξύ της παραγωγικότητας εργασίας και των αμοιβών εργασίας κυρίως μέχρι τη Μεγάλη ύφεση του 2008, με το ύψος των αμοιβών εργασίας να υπερκαλύπτει το αντίστοιχο μέγεθος της παραγωγικότητας εργασίας, φαινόμενο που προερχόταν κυρίως από τις πιέσεις που ασκούσαν τα συνδικάτα για αυξήσεις μισθών, μέχρι εκείνη την περίοδο. Σχετικά με τη δράση των συνδικάτων στην Ελλάδα, οι νομοθετικές παρεμβάσεις του 1990 επέτρεψαν τη δραματική αύξηση της θεσμικής δύναμης του ελληνικού εργατικού κινήματος μέχρι το 2012. Τα ισχυρά συνδικάτα δημοσίων υπαλλήλων και δημόσιων επιχειρήσεων κατάφεραν να εξασφαλίσουν πολύ υψηλούς μισθούς και εισοδήματα για τα μέλη τους. Η δομή των οικονομικών και πολιτικών συστημάτων της Ελλάδας χαρακτηρίζεται από ένα σχετικά μεγάλο δημόσιο τομέα και η εργασία σε αυτόν οργανώνεται σε ισχυρά ανεξάρτητα συνδικάτα. Υπάρχουν σημαντικές στρατηγικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ αυτών των συνδικάτων και της κυβέρνησης που προκαλούν υψηλή μεροληψία δαπανών και, κατά συνέπεια, υψηλούς φόρους και υψηλή συσσώρευση χρέους. Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό κρατικού ελέγχου. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε περαιτέρω στρεβλώσεις στην οικονομία, μειώνοντας τη συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής, την παραγωγή, την ανάπτυξη και την ικανότητα της Ελλάδος να αντιμετωπίσει την κρίση δημόσιου χρέους που ξέσπασε το 2010. Την περίοδο 2000 - 2010, η Ελλάδα αντιμετωπίζει δυσκολίες έχοντας χάσει την ανταγωνιστικότητά της. Ως συνέπεια της κρίσης χρέους εμφανίζεται η μείωση των αμοιβών εργασίας, που ερμηνεύεται από το γεγονός ότι στις αρχές του 2010, η Ελλάδα πέρασε από μία επεκτατική σε μία ακραία περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, ως αντάλλαγμα της εξωτερικής χρηματοδοτικής στήριξης που λήφθηκε από τις χώρες της ευρωζώνης και το ΔΝΤ. Το μνημόνιο επέφερε περικοπές μισθών και συντάξεων, μαζική ανεργία, αυξήσεις φόρων και την κατάρρευση του συλλογικού συστήματος διαπραγματεύσεων που είχε υιοθετηθεί το 1990. Αντίθετα, στη Γερμανία τα συνδικάτα επέδειξαν εξαιρετική επιμονή στη συγκράτηση των μισθών για παρατεταμένες χρονικές περιόδους κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών, ακόμη και σε περιόδους αύξησης της παραγωγικότητας εργασίας και μείωσης της ανεργίας. Η μισθολογική συγκράτηση που επέδειξαν τα συνδικάτα εκεί, συνέβαλε στη χαμηλή αύξηση των μισθών που παρατηρήθηκε στη Γερμανία μεταξύ 2000 και 2008. Μετά τη Μεγάλη Ύφεση, με τα ποσοστά ανεργίας σε χαμηλό ρεκόρ στη Γερμανία, τα συνδικάτα γίνονται πιο επιθετικά ως προς τις μισθολογικές τους απαιτήσεις και κατά την περίοδο αυτή η αύξηση των μισθών αρχίζει να επιταχύνεται. Η Γερμανία επεδίωξε τη βελτίωση της στην ανταγωνιστικότητα μέσω μικρότερων αυξήσεων στο μοναδιαίο κόστος εργασίας. Η αύξηση της ανταγωνιστικότητας συνέβαλε στη μείωση της ανεργίας, σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα. Η δράση των συνδικάτων στην Ελλάδα και τη Γερμανία μετά το έτος 2000, είχε βαρυσήμαντα αποτελέσματα. Την περίοδο 2000 - 2010, η Ελλάδα αντιμετωπίζει δυσκολίες, έχοντας χάσει την ανταγωνιστικότητά της σε σχέση με τη Γερμανία. Από το 1999, το μισθολογικό κόστος αυξήθηκε κατά περίπου 20% λιγότερο στη Γερμανία από ό,τι στη νότια Ευρώπη. Στα πλαίσια αυτά, τονίζεται η ανάγκη τα νότια ευρωπαϊκά μέλη της ευρωζώνης να μειώσουν το μισθολογικό τους κόστος για να ανακτήσουν την ανταγωνιστικότητα που έχασαν μετά την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος. Συμπερασματικά, η έρευνα καταλήγει στη διαπίστωση ότι εάν τα συνδικάτα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία καθορισμού των μισθών και γενικά απαιτούν υψηλούς μισθούς, ορισμένη συγκράτηση των μισθών για περιορισμένο χρονικό διάστημα μπορεί να είναι μια ευεργετική απάντηση σε καταστάσεις οικονομικού σοκ ή σε πιο μακροπρόθεσμες δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις.

Description

Αριθμός Εισαγωγής: 013743 cd

Citation

Endorsement

Review

Supplemented By

Referenced By