Σχολικά εγχειρίδια βυζαντινής ιστορίας στην ελληνική δευτεροβάθμια εκπαίδευση (από το 1864 έως και τον 20ό αιώνα). Συγκριτική μελέτη της ιδεολογίας τους στο πλαίσιο των κοινωνικοπολιτικών μεταβολών.
Loading...
Date
Authors
Journal Title
Journal ISSN
Volume Title
Publisher
Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Abstract
Κάθε εκπαιδευτικό σύστημα αντικατοπτρίζει ορισμένη κοινωνική σύνθεση και εκφράζει τον εθνικό χαρακτήρα και την πνευματική παράδοση του λαού, ο οποίος το έχει καθιερώσει. Το ίδιο ισχύει και με το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και ειδικότερα με το μάθημα της Ιστορίας. Γι’ αυτό και σκοπός της παρούσας διατριβής είναι η μελέτη του περιεχομένου των σχολικών εγχειριδίων βυζαντινής ιστορίας στην ελληνική δευτεροβάθμια εκπαίδευση του 19ου και του 20ού αιώνα, υπό το πρίσμα των πολιτικών και κοινωνικών δεδομένων της κάθε περιόδου. Ως έτος αφετηρίας της έρευνάς μας επιλέχθηκε το 1864, διότι από τότε άρχισε η συστηματική οργάνωση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, όπως αποτυπώνεται και στη σχετική νομοθεσία της εποχής.
Τα χαρακτηριστικά των δύο μελετώμενων αιώνων εκτίθενται στο εισαγωγικό κεφάλαιο της διατριβής, το οποίο αποτελείται από πέντε ενότητες. Στην πρώτη αναφέρονται τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν από το 1864 έως και το 2000. Ακολούθως, σε δεύτερη ενότητα περιγράφεται η ανάπτυξη και εδραίωση των σπουδών Βυζαντινής Ιστορίας. Γι’ αυτό και καταγράφονται οι βασικοί σταθμοί αυτής της πορείας στα ελληνικά πανεπιστήμια. Παράλληλα, αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο η εξέλιξη των βυζαντινών σπουδών αποτυπώνεται στα εγχειρίδια βυζαντινής ιστορίας που διδάχθηκαν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Σε δύο ξεχωριστές παραγράφους περιγράφεται η οργάνωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κατά τα ίδια έτη και ο τρόπος διδασκαλίας του μαθήματος της Ιστορίας. Κατά τη διάρκεια του 19ου αι. παρατηρήθηκε έντονη η τάση του μιμητισμού συγγραμμάτων δυτικοευρωπαίων ιστορικών. Ως εκ τούτου, οι έφηβοι μαθητές της συγκεκριμένης περιόδου διδάχθηκαν και γνώρισαν τη βυζαντινή ιστορία, όπως την αποτύπωσαν και την αποτίμησαν οι ξένοι και κυρίως οι Γερμανοί ιστορικοί.
Η ίδια τάση εξακολουθεί να ισχύει και στις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε και τα πρώτα σχολικά εγχειρίδια που συγγράφονται από Έλληνες ιστορικούς, και όχι μόνο, αποτελούν συμπιλήματα ξένης εργογραφίας. Όταν τα σχολικά εγχειρίδια αποδεσμεύονται πλέον από τα ιστορικά έργα των δυτικοευρωπαίων, τότε αντικατοπτρίζεται σε αυτά η ελληνική πραγματικότητα.
Προκειμένου να συνδεθεί η έρευνά μας με τη σύγχρονη πρακτική, στις δύο τελευταίες παραγράφους του εισαγωγικού κεφαλαίου υπερβαίνουμε το ιστορικό πλαίσιο που αποτελεί αντικείμενο μελέτης. Αντλώντας πληροφορίες από τους οδηγούς σπουδών των τμημάτων ιστορίας των ελληνικών πανεπιστημίων, εκθέτουμε τα μαθήματα βυζαντινής ιστορίας και τα αμέσως σχετιζόμενα με αυτήν, που διδάσκονται οι σημερινοί φοιτητές και μελλοντικοί ιστορικοί επιστήμονες και εκπαιδευτικοί. Η αναφορά μας δεν επεκτείνεται στις Μεσαιωνικές Σπουδές, καθώς δεν άπτονται του άμεσου αντικειμένου της έρευνάς μας. Ακολούθως, γίνεται μία σύντομη παρουσίαση του μαθήματος της βυζαντινής ιστορίας που διδάσκονται σήμερα οι μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Όσον αφορά στην εξιστόρηση των σημαντικότερων σταθμών στην ιστορία του Βυζαντίου, επιλέξαμε να αναφερθούμε στην εικονομαχία, στις σταυροφορίες, στην ίδρυση των λατινικών και των ελληνικών κρατών μετά το 1204 και στην άλωση του 1453. Ασφαλώς υπάρχουν και πολλά άλλα εξίσου σημαντικά γεγονότα, ωστόσο η επιλογή τους έγινε επειδή αποτελούν σημεία-σταθμούς για την κατανόηση της οπτικής με την οποία αντιμετωπίζουν οι συγγραφείς διδακτικών εγχειριδίων τη βυζαντινή ιστορία. Η εικονομαχία κατ’ αρχάς, ως μία πολιτικο-θρησκευτική διαμάχη που απασχόλησε ολόκληρη την αυτοκρατορία για μια περίοδο που ξεπερνά τον ένα αιώνα, είναι ένα ζήτημα που δεν θα μπορούσε να απουσιάσει από την παρούσα διατριβή. Το γεγονός αυτό παρουσιάζει επιπλέον ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς στα εγχειρίδια του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα που στηρίζονται αρχικά στις αφηγήσεις των ξένων ιστορικών συγγραφέων και στη συνέχεια σε αυτές του Κ. Παπαρρηγόπουλου, η εικονομαχία περιγράφεται ως μια απόπειρα μεταρρύθμισης του βυζαντινού κράτους, η οποία – κατά τους συγγραφείς – δυστυχώς, απέτυχε. Η εικόνα στα σχολικά βιβλία του 20ού αιώνα αντιστρέφεται σταδιακά, αφού για το ίδιο γεγονός οι ιστορικοί ακολουθούν την κρατούσα και σήμερα άποψη (η οποία βασίζεται κατά βάσιν στην ορθόδοξη θεολογική τοποθέτηση) που τονίζει περισσότερο τον θρησκευτικό της χαρακτήρα.
Οι σταυροφορίες αποτελούν στη συνέχεια έναν επίσης σημαντικό σταθμό στην ιστορία του Βυζαντίου, καθώς συνέβαλαν τα μέγιστα στην αποδιοργάνωσή του και στην προσωρινή διάσπασή του με την ίδρυση των λατινικών και των ελληνικών κρατών μετά την άλωση του 1204. Η μελέτη του τρόπου με τον οποίο περιγράφονται τα δύο αυτά γεγονότα στα αντίστοιχα κεφάλαια των βιβλίων, που απευθύνονται στους μαθητές και τις μαθήτριες της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, εκφράζει την καθολική αποδοκιμασία της δυτικής χριστιανοσύνης και αφήνει να διαφανεί μια έντονη αντιπάθεια προς τους εξ εσπερίας λαούς. Το τελευταίο γεγονός που εντάξαμε στο συγκεκριμένο κεφάλαιο δεν είναι άλλο από την άλωση του 1453, καθώς αποτελεί ουσιαστικά την κατακλείδα στη μακραίωνη ιστορία του βυζαντινού κράτους. Σε αυτήν κυριαρχούν οι σπουδαίες μορφές του Κωνσταντίνου ΙΒ’ Παλαιολόγου και του Μεχμέτ Β’, οι οποίοι αγωνίστηκαν με κάθε μέσο που διέθεταν στην προσπάθεια να κατισχύσουν ο ένας εναντίον του άλλου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το δεύτερο κατά σειρά κεφάλαιο, αυτό που περιγράφει τις απόψεις των συγγραφέων σχολικών εγχειριδίων για την εικόνα των «άλλων» στο Βυζάντιο. Επιλέξαμε να αναφερθούμε στους λαούς με τους οποίους ασχολούνται περισσότερο οι εν λόγω συγγραφείς, δηλαδή (κατά σειρά εμφάνισης στο προσκήνιο) με τους Πέρσες, τους Άραβες, τους Βούλγαρους, τους σλαβικούς λαούς (Σέρβους και Ρώσους), και τέλος τους Τούρκους (Σελτζούκους και Οθωμανούς). Εντύπωση εδώ προκαλεί – πέραν των άλλων – η πολεμική εναντίον των Βουλγάρων στα διδακτικά εγχειρίδια, και μάλιστα όχι τόσο του 19ου αιώνα, αλλά του 20ού, η οποία αποτελεί παρακολούθημα των σχέσεων μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων αυτούς τους δύο αιώνες.
Στο κεφάλαιο που ακολουθεί, η έρευνά μας επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τις γυναίκες τα σχολικά βιβλία. Αναμφισβήτητα, η συγγραφική ιδιότητα κυριαρχείται σχεδόν σε απόλυτο βαθμό από άνδρες, γεγονός που δικαιολογεί (εν μέρει ασφαλώς) τη στάση που κρατούν έναντι της γυναικείας παρουσίας στο Βυζάντιο. Δεν λείπουν οι μειωτικοί και συχνά προσβλητικοί για τις γυναίκες χαρακτηρισμοί, κάτι που περιορίζεται σταδιακά στον 20ό αιώνα, χωρίς όμως να εξαλείφεται εντελώς.
Ξεχωριστή αξία έχει και το κεφάλαιο που αφορά στους χαρακτηρισμούς των αυτοκρατόρων, μέσα από τους οποίους οι ιστορικοί εκφράζουν την προτίμηση ή την απέχθειά τους σε καθέναν απ’ αυτούς. Αυτός είναι και ο λόγος που κάνει πολλούς συγγραφείς να διαφέρουν ως προς τις αξιολογικές τους κρίσεις απέναντι σε διάφορους αυτοκράτορες. Ερευνώντας κανείς τα σχολικά εγχειρίδια, θα διαπιστώσει πως βρίθουν από εκφράσεις που σήμερα θα ήταν αδιανόητες σε ένα σχολικό βιβλίο, όπως «ανίκανος», «άθλιος», ακόμη και «βλαξ». Εντύπωση μάλιστα προκαλεί το γεγονός πως, παρότι με την πάροδο του χρόνου οι χαρακτηρισμοί περιορίζονται ή αμβλύνονται, δεν παύουν να υφίστανται ακόμα και στα εγχειρίδια που κυκλοφορούσαν έως τα τέλη του 20ού αιώνα.
Στο τελευταίο κεφάλαιο που αφορά στους αυτοκράτορες, επιλέξαμε να ασχοληθούμε μόνο με δύο, τον Μ. Κωνσταντίνο και τον Ιουστινιανό. Αυτό συμβαίνει όχι επειδή δεν υπάρχουν πολλοί σημαντικοί βυζαντινοί βασιλείς, στους οποίους αφιερώνονται αρκετές σελίδες στα διδακτικά βιβλία της μελετώμενης περιόδου, αλλά επειδή έχει ήδη γίνει λόγος γι’ αυτούς σε προηγούμενα κεφάλαια. Επί παραδείγματι, το πρόσωπο του Λέοντα Γ’ Ισαύρου και άλλων σημαντικών βασιλέων που τον διαδέχθηκαν, κυριαρχεί στην ενότητα που αφορά στην εικονομαχία, ενώ του Κωνσταντίνου ΙΒ’ Παλαιολόγου στην ενότητα που αφορά στην άλωση του 1453. Θεωρήσαμε ωστόσο φρόνιμο να επικεντρωθούμε στα δύο πρόσωπα του Μ. Κωνσταντίνου και του Ιουστινιανού, καθώς στην περίοδο της βασιλείας τους αφιερώνονται οι περισσότερες σελίδες των σχολικών βιβλίων.
Μετά την παράθεση της βιβλιογραφίας προσθέσαμε – κατόπιν υποδείξεως του επιβλέποντος Καθηγητού κ. Αλέξιου Σαββίδη – δύο παραρτήματα. Στο πρώτο παρατίθενται σύντομα βιογραφικά στοιχεία για τους συγγραφείς των σχολικών εγχειριδίων, καθώς με το έργο τους διαμόρφωσαν, επηρέασαν και καθόρισαν τη σπουδή της βυζαντινής ιστορίας στην Ελλάδα. Στο δεύτερο παράρτημα καταγράφονται όλα τα σχολικά εγχειρίδια που μελετήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων και των επανεκδόσεών τους. Δυστυχώς, παρά τις επιστάμενες έρευνες σε αρχεία και βιβλιοθήκες, δεν κατέστη δυνατή η εύρεση όλων των επανεκδόσεων των εν λόγω βιβλίων. Ωστόσο θα κρίναμε το γεγονός επουσιώδες, καθώς τα περισσότερα από τα ελλείποντα εγχειρίδια αποτελούν ενδιάμεσες επανεκδόσεις και η μελέτη των αμέσως προηγούμενων ή των αμέσως επόμενων εκδόσεων δεν παρουσιάζει καμία σημαντική διαφοροποίηση ως προς το περιεχόμενο.
Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να πούμε πως τα σχολικά εγχειρίδια της μελετώμενης εποχής αποτελούν αξιόλογες προσπάθειες των συγγραφέων τους – mutatis mutandis – να ακολουθήσουν τα σύγχρονά τους ιστοριογραφικά ρεύματα, τα οποία κυριαρχούσαν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Σε αρκετές περιπτώσεις βέβαια, ιδιαίτερα κατά τον 19ο αιώνα, η προσπάθεια αυτή χαρακτηρίζεται από μια τάση μίμησης, με πιο χαρακτηριστικό το παράδειγμα της εικονομαχίας. Κατά τον 20ό αιώνα, η ελληνική σχολική ιστοριογραφία φαίνεται σταδιακά να αποκτά τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο έκφρασης, ως ξεχωριστή εθνική ιστοριογραφία. Σε αυτό συνέβαλαν και οι διεθνείς κατά κύριο λόγο εξελίξεις, οι οποίες επηρέασαν αναμφισβήτητα την κρίση και τις επιλογές των συγγραφέων, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό της αντιμετώπισης των Βουλγάρων. Επειδή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1870 οι Βούλγαροι δεν είχαν δημιουργήσει δικό τους κράτος, δεν είχαν παρατηρηθεί εδαφικές διεκδικήσεις από μέρους τους σε εδάφη που θεωρούνταν από την ελληνική πλευρά ελληνικά, και ως εκ τούτου η σχολική ιστοριογραφία δεν έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτούς. Μετά όμως τη συνθήκη του Αγ. Στεφάνου (3/3/1878) και την πρόσκαιρη δημιουργία της «Μεγάλης Βουλγαρίας» που οδήγησε στη δημιουργία βουλγαρικού κράτους, ξεκίνησαν έντονες διενέξεις με το ελληνικό κράτος για την τύχη της Μακεδονίας και της Θράκης, με τις δύο πλευρές να ερίζουν για το ποιος δικαιούνταν να καταλάβει αυτές τις περιοχές μετά τη διαφαινόμενη εκδίωξη των Τούρκων από εκεί. Ο «Μακεδονικός Αγώνας», στον οποίο και οι δύο πλευρές αγωνίστηκαν μέχρις εσχάτων για επικράτηση, αναζωπύρωσε παλαιότερα μίση, που αντικατοπτρίζονται εναργέστατα στα ελληνικά σχολικά βιβλία βυζαντινής ιστορίας. Η αντιπαλότητα αυτή δεν θα καμφθεί ούτε κατά τις αρχές του 20ού αιώνα, ούτε κατά τα τέλη του. Η βουλγαρική κατοχή ελληνικών περιοχών στη βόρειο Ελλάδα, κατά την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, καθώς και η μεταπολεμική επιλογή διαφορετικών στρατοπέδων από τις δύο χώρες διατήρησε αυτή την αντιπαράθεση αμείωτη, όπως είναι φανερό στα σχολικά εγχειρίδια.
Ασφαλώς, τα σχολικά εγχειρίδια ακολούθησαν πιστά τις ευρωπαϊκές και παγκόσμιες εξελίξεις στη σχολική ιστοριογραφία, γεγονός που καθίσταται εμφανές, ιδιαίτερα μεταπολεμικά. Η άμβλυνση των αντιπαραθέσεων και οι αιχμηρές παρατηρήσεις για πρόσωπα ή λαούς, αντικαθίστανται από μια γλώσσα λειασμένη, ήπια και σύμφωνη με διεθνή δεδομένα, χωρίς όμως να απομακρύνεται από τον βασικό σκοπό της, «την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης» των μαθητών.
Description
Citation
Endorsement
Review
Supplemented By
Referenced By
Creative Commons license
Except where otherwised noted, this item's license is described as Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα

