Ισίδωρος Κιέβου: Η ζωή και το έργο του βάσει των χειρόγραφων πηγών

Loading...
Thumbnail Image

Journal Title

Journal ISSN

Volume Title

Publisher

Abstract

Ο Ισίδωρος Κιέβου αποτελεί κομβική προσωπικότητα του 15ου αι. Σταδιοδρόμησε στη βυζαντινή πολιτική σκηνή, στην Ορθόδοξη βυζαντινή και ρωσική Εκκλησία, καθώς και στη Ρωμαιοκαθολική, ενώ σπουδαία είναι και η συνεισφορά του στην καλλιέργεια των γραμμάτων και στην αντιγραφή και συλλογή χειρογράφων κωδίκων. Ως σημαντικότερες πηγές για τη δράση του θεωρούνται τα έργα των χρονογράφων Δούκα, Φραντζή, Barbaro, Dolphin και Συμεών του Σουζντάλ, καθώς και άλλα ρωσικά Χρονικά, τα έργα του ιστορικού Χαλκοκονδύλη και του Λεονάρδου Ιουστινιάνη, τα απομνημονεύματα του Συλβέστρου Συροπούλου, τα πρακτικά της Συνόδου της Φλωρεντίας και τα κείμενα των Ερρίκου του Soemmern, Πάπα Ευγενίου Δ´, Αινεία Συλβίου Piccolomini, Pusculo κ.ά. Τα πρώτα έτη της ζωής του Ισίδωρου δεν είναι με ακρίβεια γνωστά. Φαίνεται πως ήταν Πελοποννήσιος και γεννήθηκε εντός της δεκαετίας του 1380. Μορφώθηκε σπουδάζοντας φιλοσοφία, ελληνική και πατερική γραμματεία, καθώς και τη λατινική γλώσσα. Μαθήτευσε στον Μανουήλ Χρυσολωρά στην Κωνσταντινούπολη, αρχικά, και αργότερα στον φιλόσοφο Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα στον Μυστρά, όπου γνωρίστηκε με τους Βυζαντινούς διανοούμενους της εποχής του. Εκάρη μοναχός στη μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ Λακωνίας και εισήλθε στον κλήρο. Συνδεόταν με τη βασιλική οικογένεια των Παλαιολόγων, και συγκεκριμένα με τους Αυτοκράτορες Μανουήλ Β´, Ιωάννη Η´ και Κωνσταντίνο ΙΑ´ και τους Δεσπότες του Μυστρά Θεόδωρο Α´ και Θεόδωρο Β´. Στα 1430 μετοίκησε στη Βασιλεύουσα εντασσόμενος στην αδελφότητα της μονής του αγίου Δημητρίου. Οι διπλωματικές αποστολές του αρχίζουν με τη συμμετοχή του στη ΙΖ´ Οικουμενική Σύνοδο της Βασιλείας ως μέλος βυζαντινής πρεσβείας του Ιωάννη Η´, με στόχο την ιχνηλάτηση των προϋποθέσεων για τη δρομολόγηση των διαδικασιών προς άρση του εκκλησιαστικού Σχίσματος (1054) μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Έφτασε στην ελβετική πόλη (1434), απευθύνθηκε στον Γερμανό Αυτοκράτορα Σιγισμούνδο και στους πατέρες της Συνόδου και επεξεργάσθηκε, μέσω διαπραγματεύσεων, Συνθήκη, που πρόβλεπε τη σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου με στόχο την εκκλησιαστική Ένωση. Μετείχε στις εφεξής διαπραγματεύσεις στην Ελβετία, στην Ιταλία με τον Πάπα, και στην Κωνσταντινούπολη με τους Βυζαντινούς ιθύνοντες και τους δυτικούς απεσταλμένους, σχετικά με τις λεπτομέρειες δρομολόγησης της ενωτικής προσπάθειας εντασσόμενος στο στρατόπεδο των ενωτικών συμπατριωτών του. Προκειμένου να πειστεί να μετάσχει και η εκκλησία της Ρωσίας στις διεκκλησιαστικές διαπραγματεύσεις, ορίστηκε (1436 ή 1437) μητροπολίτης Κιέβου και στάλθηκε στη μακρινή χώρα. Έκαμψε τις αντιρρήσεις του Ρώσου ηγεμόνα Βασιλείου Β´ υποσχόμενος εμμονή στα ορθόδοξα δόγματα και με πολυπληθή αντιπροσωπεία αναχώρησε (1437) για την Ιταλία, όπου επρόκειτο να πραγματοποιηθεί η ποθούμενη Σύνοδος. Έφτασε στη Φερράρα (8/1438) και εντάχθηκε στην ελληνική αντιπροσωπεία της Συνόδου. Μετείχε στις συζητήσεις και εκπόνησε το φθινόπωρο κείμενα προς υποστήριξη των ορθόδοξων απόψεων. Αρχομένου του 1439 η Σύνοδος μεταφέρθηκε στη Φλωρεντία και ο Ισίδωρος ακολούθησε. Δραστηριοποιήθηκε κατά την άνοιξη και το θέρος προσχωρώντας στις λατινικές θέσεις, μεσολαβώντας μεταξύ των δύο παρατάξεων και προσπαθώντας να πείσει τους Ορθοδόξους συνοδικούς να αποδεχθούν την αλήθεια των παπικών θέσεων, προκειμένου να επιτευχθεί η Ένωση ως προαπαιτούμενο αποστολής δυτικής στρατιωτικής βοήθειας στο κινδυνεύον από τους Οθωμανούς Βυζάντιο. Πρωτοστατώντας στην ενωτική παράταξη, αγαπήθηκε από τον Πάπα Ευγένιο Δ´ και τιμήθηκε (12/1439) με τον τίτλο του καρδιναλίου. Στη συνέχεια στάλθηκε (1440) στη μητροπολιτική του περιφέρεια, για να επιβάλει την Ένωση στο σλαβικό του ποίμνιο. Παρά τις προσπάθειές του απέτυχε. Στην Πολωνία και στη Λιθουανία, καθώς και στο Κίεβο, δεν αντιμετώπισε αντιδράσεις. Στη Μόσχα, όμως, αντιμετώπισε την αποστασιοποίηση του Ρώσου ηγεμόνα και του ποιμνίου του. Τα πεπραγμένα του καταγγέλθηκαν και ο ίδιος καθαιρέθηκε και φυλακίστηκε δύο φορές (1441). Δραπέτευσε και έφτασε (6/1443) στην Ιταλία. Από εκεί στάλθηκε σε αποστολές στον ελληνικό χώρο με στόχο την προώθηση της Ένωσης. Η σπουδαιότερη όλων ήταν αυτή των 1452-1453 στη Βασιλεύουσα. Έφτασε με δύο πλοία και μικρή στρατιωτική δύναμη, προκειμένου να πιέσει τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ´ και τους Βυζαντινούς ιθύνοντες να εφαρμόσουν τον ενωτικό Όρο της Φλωρεντίας και για να βοηθήσει στην άμυνα της Πόλης έναντι των Οθωμανών. Το πρώτο επιτεύχθηκε, αν και η παρουσία του όξυνε την αντιπαράθεση ενωτικών-ανθενωτικών. Έκτοτε, μετείχε στις αμυντικές προετοιμασίες, ανέλαβε την υπεράσπιση τμήματος των τειχών και πολέμησε κατά την ημέρα της Άλωσης. Τραυματίστηκε, μεταμφιέστηκε, για να μην αναγνωριστεί από τους Τούρκους, που τον καταζητούσαν, αιχμαλωτίστηκε και εξαγοράστηκε μετά λίγες ημέρες. Κατέφυγε στον γενοβέζικο Γαλατά και από εκεί διαπεραιώθηκε στη Μικρασία. Μέσω Χίου έφτασε (7/1453) στην Κρήτη και λίγο αργότερα κατέληξε (11/1453) στην Ιταλία. Έθεσε πια ως στόχο του την κινητοποίηση των δυτικών δυνάμεων προς διάσωση του ελληνικού χώρου και ανακατάληψη της Πόλης. Μετείχε στο Συνέδριο της Μάντοβας (6/1459) προσφέροντας και πολεμικό υλικό. Εγκαταστάθηκε στη Ρώμη. Τιμήθηκε με αξιοζήλευτους τίτλους (επίσκοπος Σαβίνης, Κολοφώνας και Νικαίας, αρχιεπίσκοπος Λευκωσίας, αρχιεπίσκοπος Κερκύρας, Λατίνος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως). Απέκτησε οικονομική άνεση από τις ανωτέρω θέσεις. Βοηθούσε τους Έλληνες φυγάδες στην Ιταλία. Μετείχε (1458) στις διαδικασίες διαδοχής του θανόντος Πάπα Καλλίστου Γ´. Έστω και από απόσταση, αναμειγνυόταν στις υποθέσεις της ρωσικής εκκλησίας, προκειμένου να προωθήσει την προσχώρησή της στο ενωτικό στρατόπεδο. Έτσι, διέσπασε σε δύο τμήματα τη μητρόπολη Κιέβου και προώθησε τον φίλο του Γρηγόριο Βούλγαρο στον μητροπολιτικό θώκο του Κιέβου. Πάντως, η προσπάθειά του απέτυχε λόγω των ρωσικών αντιδράσεων και της μεταστροφής του Βουλγάρου στην Ορθοδοξία. Είχε, όμως, ως αποτελέσματα τη σταδιακή προσχώρηση των λιθουανικών και πολωνικών πληθυσμών στον Καθολικισμό και την απομάκρυνση της ρωσικής εκκλησίας από την ελληνική επιρροή. Πέθανε και τάφηκε (1463) στη Ρώμη, αφού νωρίτερα (1461) είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο. Είχε αφοσιωθεί στην αντιγραφή και συλλογή χειρογράφων. Σώζονται αυτόγραφά του εξαιρετικής ποιότητος. Η συλλογή κωδίκων του, ευρισκόμενη στη Βιβλιοθήκη του Βατικανού, μαρτυρά τα θεολογικά, φιλολογικά, αστρονομικά, ιατρικά, μαθηματικά, ρητορικά και αποκρυφιστικά ενδιαφέροντά του. Από τα έργα του διασώζονται στα ελληνικά εγκώμιο προς τον Αυτοκράτορα Μανουήλ Β´, λόγος προς τους Αυτοκράτορες Μανουήλ Β´ και Ιωάννη Η´, δύο αναφορές προς τον Πατριάρχη Ιωσήφ Β´ εκ μέρους του μητροπολίτη Μονεμβασίας Κυρίλλου, λόγος προς τον Γερμανό Αυτοκράτορα Σιγισμούνδο, ομιλία προς τους πατέρες της Συνόδου της Βασιλείας, μονωδία με αφορμή την καταστροφή (1434) της εκκλησίας της Παναγίας Βλαχερνών, δύο ρητορικές ασκήσεις δίκην ψηφισμάτων, δύο επιστολές προς τον Αυτοκράτορα Μανουήλ Β´, δύο επιστολές προς τον Guarinodei Guarini, επιστολή προς τον μητροπολίτη Σηλυβρίας Ιωάννη Χορτασμένο, επιστολή προς τον μητροπολίτη Μηδείας Νεόφυτο, επιστολή προς τον Μανουήλ Χρυσολωρά, επιστολή προς ανώνυμο Πατρινό, επιστολή προς τον μητροπολίτη Ρωσίας Φώτιο, επιστολή προς τον θησαυροφύλακα του Δεσποτάτου του Μυστρά Μιχαήλ, επιστολή προς ανώνυμο παραλήπτη, τέσσερις επιστολές προς τον Δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρο Β´, ερμηνεία στην Κλεόπα Μαλατέστα ενός χρησμού, πέντε παρεμβάσεις του στη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, αναφορά του προς τον Πάπα Νικόλαο Ε´ μετά από αποστολή του στην Κωνσταντινούπολη,δύο κανόνες προς τον άγιο Δημήτριο και τον αρχάγγελο Μιχαήλ και τις λοιπές αγγελικές Δυνάμεις αντίστοιχα, μία ευχή υπέρ της αυτοκρατορικής οικογένειας, δύο ευχές υπέρ του Δεσπότη του Μυστρά και μία για την πόλη της Μονεμβασίας, μία περιγραφή θαλάσσιου ταξιδιού του 1429 και δεκαεπτά συνταγές παρασκευής γραφικής ύλης. Διασώζονται στα σλαβονικά επιστολή του προς τους Μοσχοβίτες, Πολωνούς, Λιθουανούς και Γερμανούς και επιστολή του προς τους πρεσβυτέρους και άρχοντες της Χολμς. Επιστολή του προς τον καρδινάλιο Βησσαρίωνα, δύο επιστολές του προς τον Πάπα Νικόλαο Ε´, επιστολή του προς τον καρδινάλιο Δομήνικο Capranica, επιστολή του προς την Μπολόνια, επιστολή του προς τη Φλωρεντία, επιστολή του προς το σύνολο των Χριστιανών, επιστολή του προς τον Βενετό Δόγη Φραγκίσκο Β´, επιστολή του προς τον Βουργούνδιο Δούκα Φίλιππο Β´ και επιστολή του προς τον MarquisΛουδοβίκο Gonzaga διασώζονται στα λατινικά.

Description

Citation

Endorsement

Review

Supplemented By

Referenced By

Creative Commons license