Φυσικοχημεία και παθολογία αρχαιολογικού γυαλιού και αρχαιολογικών υαλωδών επιφανειών

Loading...
Thumbnail Image

Journal Title

Journal ISSN

Volume Title

Publisher

Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Abstract

Στα πλαίσια της παρούσας Διδακτορικής Διατριβής διαμορφώθηκε μια αναλυτική μεθοδολογία με σκοπό τη διερεύνηση των βασικότερων επιστημονικών ερωτημάτων της μελέτης του αρχαιολογικού γυαλιού και των αρχαιολογικών υαλωδών επιφανειών (προέλευση, τεχνολογία παραγωγής, διάβρωση), μεγιστοποιώντας παράλληλα τη χρήση μη-καταστροφικών τεχνικών. Πιο συγκεκριμένα, έμφαση δόθηκε στη συμπληρωματική χρήση 6 τεχνικών: LED, SEM/EDS, XRF, PIXE, Raman και IR.Η αναλυτική μεθοδολογία αξιολογήθηκε μέσω της μελέτης πέντε συλλογών αρχαιολογικού γυαλιού και υαλωμάτων από τη νότια Ελλάδα (Θήβα, Πάτρα, Κυπαρισσία και Κόρινθος). Οι συλλογές χρονολογούνται σε τέσσερις διαφορετικές χρονικές περιόδους, καλύπτοντας συνολικά 2.500 χρόνια (Αρχαϊκή/Κλασική/Ελληνιστική, Ρωμαϊκή/ Οθωμανική και Βυζαντινή περίοδος, αντίστοιχα). Η εφαρμογή της προτεινόμενης μεθοδολογίας κρίθηκε γενικά επιτυχής και οδήγησε σε σημαντικά συμπεράσματα για την τεχνολογία παραγωγής και τα εμπορικά δίκτυα των υπό μελέτη περιόδων. Η χρήση των φασματοσκοπικών τεχνικών κρίθηκε ιδιαίτερα χρήσιμη για τη μελέτη των φαινομένων διάβρωσης και για την ταχεία προκαταρκτική κατηγοριοποίηση μεγάλων συλλογών. Η μελέτη του Αρχαϊκού, Κλασικού και Ελληνιστικού γυαλιού από τη Θήβα οδήγησε στον προσδιορισμό των χρησιμοποιούμενων πρώτων υλών, βάσει των οποίων μπορεί να προταθεί μια κοινή παράδοση υαλοποιίας και υαλουργίας κατά τους έξι αυτούς αιώνες. Η μελέτη Ρωμαϊκού γυαλιού από την Πάτρα υπέδειξε ότι η χημική σύσταση ήταν παρόμοια με το τυπικό Ρωμαϊκό γυαλί από τη νότια και την κεντρική Ευρώπη, με εξαίρεση ένα δείγμα στο οποίο χρησιμοποιήθηκε τέφρα φυτών πλούσια σε Na ως πηγή αλκαλίων. Η ανάλυση υπολειμμάτων οδήγησε στην αναγνώριση μιας κόκκινης χρωστικής, προερχόμενη από το φυτό Rubia Tinctorum L. Η μελέτη Οθωμανικού γυαλιού από την Κυπαρισσία υπέδειξε εντυπωσιακή χημική ετερογένεια (πηγή αλκαλίων, αποχρωματιστές), η οποία παράλληλα υποδεικνύει διαφορετική προέλευση για τα γυάλινα αντικείμενα (Κων/πολή, Συρία, κεντρική Ευρώπη, Ιταλία, Αγγλία). Επιπλέον, η αναγνώριση συγκεκριμένων χημικών τύπων οδήγησε στην έμμεση χρονολόγηση των αντικειμένων (τέλος 17ου-18ο αι.). Συνολικά, η μελέτη των φαινομένων διάβρωσης οδήγησε στα ακόλουθα συμπεράσματα: (1) ο ρυθμός και μηχανισμός διάβρωσης διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με τη χημική σύσταση του γυαλιού, (2) σε ορισμένες περιπτώσεις εκτεταμένης διάβρωσης σχηματίζεται ένα προστατευτικό στρώμα (gel layer), το οποίο στην πορεία μετατρέπεται σε δίκτυο καθαρού πυριτίου, (3) ο ρυθμός διάβρωσης δεν είναι σταθερός (αρχικά είναι υψηλός και στη συνέχεια μειώνεται σημαντικά σε μικρό χρονικό διάστημα). Τέλος, η μελέτη Βυζαντινής εφυαλωμένης κεραμικής από την Κόρινθο οδήγησε στην αναγνώριση υαλωμάτων μολύβδου σε όλα τα θραύσματα, με την εξαίρεση δύο αλκαλικών υαλωμάτων. Επίσης, αναγνωρίστηκε η χρήση πολλαπλών τεχνολογικών παραλλαγών (διάλυμα καθαρού Pb ή Si+Pb, εφαρμογή υαλώματος σε άψητο ή προψημένο κεραμικό σώμα). Επιπλέον, η σημαντικά υψηλότερη χημική οιμοιογένεια των υαλωμάτων από τον 13ο αι. υπέδειξε μια ξεκάθαρη αλλαγή στην τεχνολογία παραγωγής των υαλωμάτων.

Description

Citation

Endorsement

Review

Supplemented By

Referenced By

Creative Commons license