Παιδαγωγική και Διδακτική Επάρκεια των εκπαιδευτικών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Προγράμματα και Διαδικασίες Πιστοποίησης.
Loading...
Date
Authors
Journal Title
Journal ISSN
Volume Title
Publisher
Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Abstract
Η παρούσα εργασία διερευνά τις διαδικασίες και τα προγράμματα Πιστοποίησης της Παιδαγωγικής και Διδακτικής Επάρκειας (Π.Π.Δ.Ε.) των Εκπαιδευτικών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στην Ελλάδα σήμερα. Κρίσιμη για την ανάδειξη του θέματος είναι η ανάλυση του ιστορικού και νομοθετικού πλαισίου θεσμοθέτησης της Π.Π.Δ.Ε. και η ακολουθία των νομοθετικών ρυθμίσεων κατά την εικοσαετία 1997-2017.
Η παρούσα έρευνα έθεσε τρεις παραπληρωματικούς στόχους, για να περιγράψει το πεδίο: Πρώτον, να αναζητήσει και να καταγράψει το σύνολο των νομοθετικών ρυθμίσεων της Πολιτείας κατά την εικοσαετία 1997-2017. Δεύτερον, να ανασυνθέσει αδρομερώς στη διαχρονία, από γενέσεως του νεοελληνικού κράτους έως σήμερα (1834-2017), το πλαίσιο Λόγου [discourse] των αντιδράσεων και των απόψεων σχετικά με την Παιδαγωγική και Διδακτική επάρκεια των εκπαιδευτικών της Β/θμιας, ώστε να αναδείξει τη στρωματογραφία των ημιτελών ρυθμίσεων και τη σθεναρή «αδράνεια» του πεδίου. Τρίτον, να αποτυπώσει όλες τις διαδικασίες και τα Προγράμματα Πιστοποίησης της Παιδαγωγικής και Διδακτικής Επάρκειας και να διερευνήσει το βαθμό ανταπόκρισης των Α.Ε.Ι. στις νομοθετικές ρυθμίσεις της Πολιτείας. Για το σκοπό αυτό προχώρησε σε σχολαστική καταγραφή όλων των μαθημάτων Παιδαγωγικής και Διδακτικής Επάρκειας (Π.Δ.Ε.) και των αντίστοιχων ECTS, όπως αυτά συμπεριλαμβάνονται στα Προγράμματα Αρχικών Σπουδών (Π.Α.Σ.) των Α.Ε.Ι., από τα οποία αποφοιτούν καθηγητές Φιλολογικών, Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών και αποτυπώνονται σε ένα σύνολο 48 οδηγών σπουδών του ακαδημαϊκού έτους 2015-2016.
Το θεωρητικό πλαίσιο εντός του οποίου αναλύεται το παραπάνω ερευνητικό υλικό αφορά στην έννοια της Ταυτότητας και του Νέου Επαγγελματισμού, σε συνδυασμό με βασικές αρχές της Κοινωνιολογίας των Αναλυτικών Προγραμμάτων και των Εκπαιδευτικών Πολιτικών.
Οι παλινδρομήσεις των νομοθετικών ρυθμίσεων της εικοσαετίας 1997-2017 και η περιορισμένη ανταπόκριση των Α.Ε.Ι., όπως προκύπτει από τη διάρθρωση των Προγραμμάτων Σπουδών, δείχνουν: 1.Την περιφρούρηση της ακαδημαϊκότητας των Προγραμμάτων Σπουδών (Π.Σ.) και την αντίσταση της ακαδημαϊκής κοινότητας στην υιοθέτηση ενός συγχωνευμένου κώδικα (Bernstein, 1991), σύμφωνα με τις ανάγκες της δευτεροβάθμιας. Η προσαρμογή των Α.Ε.Ι. στη σχετική νομοθεσία εκλαμβάνεται από αυτά ως μια πρόκληση (ρωγμή) της Ταυτότητάς τους, όπως αυτή δομείται από παραδοσιακά ισχυρούς κάθετους λόγους. 2.Την οριακή χαλάρωση, ή, μάλλον, τη μηχανική μετατόπιση των συνόρων μεταξύ των επιστημονικών αντικειμένων, ώστε να ενταχθούν στα Π.Σ. μαθήματα Παιδαγωγικής και Διδακτικής. Η μηχανική αυτή μετατόπιση/εκχώρηση μπορεί να ερμηνευτεί ως ρύθμιση των αρχών αναπλαισίωσης, η οποία επιτρέπει να «εγκυστωθούν» στα Π.Σ. μαθήματα Παιδαγωγικής, ώστε να ισορροπήσουν, σε πολλές περιπτώσεις, οριακά δύο ζητούμενα: αφενός, η εφαρμογή του Νόμου και, αφετέρου, η κατοχύρωση, με τον ελάχιστο δυνατό ακαδημαϊκό φόρτο εργασίας (ECTS), των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων των Α.Ε.Ι. στο εργασιακό πεδίο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Η Παιδαγωγική και Διδακτική Επάρκεια των εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας δεν διασφαλίζεται από όλα τα Τμήματα των Α.Ε.Ι., παρά το ότι οι εθνικές και υπερεθνικές εκπαιδευτικές πολιτικές αναμένουν από το εκπαιδευτικό επάγγελμα να ανταποκριθεί στις ποικίλες προκλήσεις της μετανεωτερικότητας και της παγκοσμιοποίησης. Περιγράφεται δε από αυτές ως ένα επάγγελμα υψηλών απαιτήσεων, το οποίο ενσωματώνει όλες τις σύγχρονες τεχνολογίες ρύθμισης των υποκειμένων και των κοινωνιών.
Τέλος, με την επιστημολογική παραδοχή ότι κάθε ερευνητική προσπάθεια, παράγοντας νέα γνώση, μας δίνει τη δυνατότητα να την χρησιμοποιήσουμε με «συλλογική ηθική αναστοχαστικότητα» (Gewirtz & Cribb, 2011:220) στο επίπεδο της πρακτικής, υποστηρίζουμε ότι το έλλειμμα αυτό δεν ευνοεί στη συγκρότηση συνεκτικών και αυτόνομων επαγγελματικών ταυτοτήτων. Η γνώση και η ικανότητα άρθρωσης επεξεργασμένου παιδαγωγικού λόγου από τους μελλοντικούς εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας είναι προϋπόθεση για την ισότιμη συμμετοχή τους στη Σχολική Κοινότητα, η οποία υφίσταται ως Κοινότητα, στο βαθμό που συγκροτείται ως Κοινότητα Λόγου και Νοήματος, όταν δηλαδή τα μέλη της συμμερίζονται και (ανα-)κατασκευάζουν έναν κοινό κώδικα αρχών, αξιών, πρακτικών και τον αναθεωρούν με επίγνωση.
Description
Αριθμός Εισαγωγής: 012004-012005 cd
Citation
Endorsement
Review
Supplemented By
Referenced By
Creative Commons license
Except where otherwised noted, this item's license is described as Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα

