Η γραπτή εξέταση στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: θεσμικές, οργανωτικές και διυποκειμενικές διαστάσεις
Loading...
Date
Authors
Journal Title
Journal ISSN
Volume Title
Publisher
Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Abstract
H αξιολόγηση των μαθητών μέσω των γραπτών εξετάσεων αποτέλεσε πάντα κεντρικό ερευνητικό αντικείμενο της Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης, όσον αφορά στην επιλεκτική και αναπαραγωγική λειτουργία του σχολείου. Τις τελευταίες δεκαετίες, ωστόσο, το ερευνητικό ενδιαφέρον για τις γραπτές εξετάσεις έχει ανανεωθεί, όσον αφορά στα τρέχοντα προτάγματα της ευρωπαϊκής και διεθνούς Εκπαιδευτικής Πολιτικής σχετικά με την επιδίωξη της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας στην εκπαίδευση. Εντός αυτού του πλαισίου, η παρούσα διατριβή διερευνά τις «Θεσμικές, Οργανωτικές και Διυποκειμενικές Διαστάσεις της Γραπτής Εξέτασης», εστιάζοντας στις πρακτικές που εφαρμόζουν οι εκπαιδευτικοί της λυκειακής βαθμίδας της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης,
Κεντρικός ερευνητικός στόχος της, λοιπόν, είναι να μελετήσει τις γραπτές εξετάσεις και γενικότερα τις πρακτικές που εφαρμόζουν οι εκπαιδευτικοί σε σχέση με την αξιολόγηση των μαθητών τους, όπως διαμορφώνονται στο πολυσύνθετο πλαίσιο των θεσμικών, οργανωτικών και διυποκειμενικών διαστάσεων που τις διέπουν, προκειμένου να φωτίσει αυτές τις διαστάσεις και να αναδείξει τα κοινωνικά, λειτουργικά και υποκειμενικά διακυβεύματα που συνδέονται με τη χρήση των γραπτών εξετάσεων στο Λύκειο καθώς και τις επιπτώσεις τους στους εκπαιδευτικούς ως εμπλεκόμενους συντελεστές της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Πιο συγκεκριμένα, επιχειρεί να καταγράψει τους τρόπους με τους οποίους και τους σκοπούς για τους οποίους δηλώνουν ρητά οι εκπαιδευτικοί ότι εφαρμόζουν την πρακτική της γραπτής εξέτασης στο μικροεπίπεδο της τάξης και της καθημερινής εκπαιδευτικής διαδικασίας αλλά και να εντοπίσει τις κοινωνικές σημασίες με βάση τις οποίες νοηματοδοτούν τις γραπτές δοκιμασίες και εκλογικεύουν τη χρήση τους, προκειμένου να ανιχνεύσει τις υπόρρητες προσδοκίες και προθέσεις, τις οποίες επιχειρούν να πραγματώσουν μέσω αυτών.
Στην προσπάθεια ανίχνευσης των παραπάνω ζητημάτων, επιχειρεί να συνδυάσει μεθοδολογικά την ποσοτική και την ποιοτική εμπειρική έρευνα, προκειμένου να συγκεντρωθούν όσο το δυνατόν περισσότερα δεδομένα τόσο για τις ρητές παραδοχές όσο και για τις υπόρρητες προσδοκίες των εκπαιδευτικών. Η έρευνα διεξήχθη στο Νομό Κορινθίας, με δείγμα εκπαιδευτικών από το σύνολο των Λυκείων της περιοχής και υλοποιήθηκε σε δύο φάσεις. Στην πρώτη φάση της έρευνας έγινε συλλογή δεδομένων με τη χρήση ερωτηματολογίου, με βασικό στόχο να γίνει μια ποσοτική αποτύπωση των επιλογών των εκπαιδευτικών σε σχέση με τη συχνότητα και τον τρόπο που χρησιμοποιούν την πρακτική των γραπτών δοκιμασιών στην τάξη, καθώς και μια καταγραφή των στοιχείων εκείνων της θεσμικής και λειτουργικής πραγματικότητας του σχολείου τα οποία επικαλούνται, για να εκλογικεύσουν τις επιλογές τους αυτές. Στη δεύτερη φάση, η συλλογή δεδομένων συμπληρώθηκε με τη χρήση του ερευνητικού εργαλείου της ημιδομημένης συνέντευξης, όπου επιχειρήθηκε να προκληθούν οι εκπαιδευτικοί μέσα από αφηγήσεις ζωής να αποκαλύψουν, ενδεχομένως, υποκειμενικά βιώματα που έχουν καθορίσει τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες με τις οποίες επενδύουν το θεσμό των εξετάσεων αλλά και τις άρρητες προθέσεις και προσδοκίες που επιδιώκουν να πραγματώσουν μέσα από αυτήν την πρακτική. Πάντως, λόγω του θέματος και του στόχου της εργασίας, η κατασκευή των ερευνητικών εργαλείων και η λογική της ανάλυσης των δεδομένων είναι στη βάση και στο σύνολό της ποιοτική.
Από τα ευρήματα της έρευνας διαφαίνεται ότι οι πρακτικές που εφαρμόζουν οι εκπαιδευτικοί καθορίζονται από ένα σύνθετο πλέγμα υποκειμενικών αντιλήψεων, στάσεων και προθέσεων που υπερβαίνει τα στενά όρια της υποχρέωσής τους να αξιολογήσουν τους μαθητές τους συμμορφούμενοι προς το θεσμικό και οργανωτικό πλαίσιο της εκπαίδευσης. Αντίθετα, φαίνεται συχνά να υπερβαίνουν το νομοθετικό πλαίσιο επηρεάζοντας ως ενεργοί δρώντες την οργανωτική λειτουργία του σχολείου μέσα στα πλαίσια που τους επιτρέπεται από τις επιβεβλημένες διαστάσεις του ρόλου τους. Σε σημαντικό βαθμό, υπερβαίνουν τη νομοθεσία ως προς τη συχνότητα και τη δυσκολία των γραπτών δοκιμασιών στις οποίες υποβάλλουν τους μαθητές, τείνοντας να εκλογικεύσουν την επιλογή τους αυτή επικαλούμενοι την πίεση των Πανελληνίων εξετάσεων και τη γενικότερη χρησιμότητα των γραπτών εξετάσεων για την ευρύτερη διανοητική αλλά και ηθική συγκρότηση των μαθητών. Περαιτέρω, αναδεικνύεται ότι οι εκπαιδευτικοί εφαρμόζουν κατά βούληση την πρακτική της γραπτής εξέτασης στα πλαίσια της θεσμικής τους υποχρέωσης να αξιολογήσουν τους μαθητές, επειδή επιχειρούν μέσω αυτής να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του επαγγελματικού τους ρόλου αλλά κυρίως να ενισχύσουν και να επιβεβαιώσουν τον ρόλο αυτό, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις ποικίλες αμφισβητήσεις του επιστημονικού τους κύρους και της επαγγελματικής τους αποτελεσματικότητας είτε αυτή αξιολογείται επισήμως είτε όχι. Η ιδανική εικόνα αυτού του ρόλου συναιρεί στοιχεία, όπως η ικανότητα αντικειμενικής κρίσης (αξιολογητής), η κατοχή της επιστημονικής γνώσης (επιστήμων-εκπαιδευτής) και η ικανότητα επιβολής της τάξης (παιδονόμος).
Ωστόσο, όπως αναδεικνύεται από τα ευρήματα της έρευνας, οι εκπαιδευτικοί φαίνεται μάλλον να αποποιούνται παρά να υιοθετούν τις παραπάνω διαστάσεις του ρόλου τους, καθώς τις έχουν συνδέσει με μια σειρά από αρνητικά προσωπικά βιώματα και φαντασιακές απειλές, ενώ ενεργοποιούν την πρακτική της γραπτής εξέτασης, για να τις αντιμετωπίσουν. Καθώς, λοιπόν, δεν επιθυμούν να διεκδικήσουν για τον εαυτό τους το ρόλο του αυστηρού κριτή, του τεχνοκράτη εκπαιδευτή ούτε του αυταρχικού παιδονόμου, υιοθετούν το ρόλο του παιδαγωγού, που αποδίδει συνολικά την ιδανική εικόνα του καλού δασκάλου, που φαίνεται να έχουν διαμορφώσει στο δικό τους φαντασιακό με βάση τις μαθητικές τους εμπειρίες, θετικές ή αρνητικές, και τις απαιτήσεις που εγείρει από αυτούς η πραγματικότητα της επαγγελματικής τους ζωής. Ο ρόλος αυτός του παιδαγωγού βρίσκει ισχυρά ερείσματα στον ψυχισμό των εκπαιδευτικών, καθώς αποποιείται κάθε αρνητική και αγχογόνα διάσταση της δουλειάς τους και συναιρεί όλες τις ευχάριστες, δημιουργικές και χρήσιμες πτυχές της. Έτσι, ο παιδαγωγός είναι ένας κατηρτισμένος επιστήμονας, που ταυτίζει την αξία της επιστημονικής του γνώσης όχι με τα μετρήσιμα αποτελέσματα οποιασδήποτε εξεταστικής διαδικασίας αλλά με την διαμορφωτική επίδραση που μπορεί να έχει αυτή στο χαρακτήρα και την προσωπικότητα των μαθητών του· είναι ένας μέντορας των νέων παιδιών στην επίπονη αναζήτηση της γνώσης και της επιστήμης, η οποία θα τους εξασφαλίσει την ολοκλήρωση της προσωπικότητας τους και το ευ ζην.
Description
Αριθμός Εισαγωγής: 011893-011894 cd
Citation
Endorsement
Review
Supplemented By
Referenced By
Creative Commons license
Except where otherwised noted, this item's license is described as Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα

